Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Η Μεγάλη Aπάτη με τις Μικρές Γαρίδες στην Ελλάδα

Γιάννης Παπαδημητρίου
Παρασκευή 21 Μαρτίου, περπατώ στο Καπάνι, στην κεντρική αγορά τροφίμων της Θεσσαλονίκης. Στις ψαροκασέλες, ανάμεσα σε χταπόδια και μπακαλιάρους, ξεχωρίζω κάτι διάφανες γαρίδες, πρασινωπής απόχρωσης και μικρού μεγέθους. 

Πλησιάζω. Το ταμπελάκι, κατά παράβαση των υγειονομικών διατάξεων περί διακίνησης κι εμπορίας αλιευτικών προϊόντων (Α2-861/2013 (ΦΕΚ/2044/Β’/2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας), δεν αναφέρει αριθμό ζώνης αλίευσης, π.χ FAO 37 που είναι για τη Μεσόγειο. Το μόνο που γράφει είναι «γαρίδες Ισπανίας, 11.90». Παρά την προφανή παρανομία, ο κόσμος ανυποψίαστος αγοράζει ικανοποιημένος φθηνές γαρίδες, δίχως να ρωτάει τίποτα τον ψαρά. Δυο πάγκους πιο δίπλα, το ίδιο ακριβώς προϊόν, είκοσι λεπτά ακριβότερο, πωλείται ως «αποψ/νη υδατ/εια Εκουαδόρ», δηλαδή ως αποψυγμένες γαρίδες υδατοκαλλιέργειας.

Τα κράτη που διαθέτουν μονάδες υδατοκαλλιέργειας γαρίδας είναι κυρίως η Κίνα, η Ταϊλάνδη και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως ο Ισημερινός. Σύμφωνα με τον οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO σελ. 10 και 30) των Ηνωμένων Εθνών, το 2011 αλιεύτηκαν 3.288.467 τόνοι γαρίδας και καλλιεργήθηκαν 2.877.542, αναλογία που σίγουρα έχει αλλάξει, αν λάβει κάποιος υπόψη του ότι το 2013 ήταν η πρώτη φορά που τα ψάρια εκτροφής ξεπέρασαν σε ποσότητα αυτά της ελεύθερης αλιείας. Βάσει της επίσημης ιστοσελίδας της WWF, o μέσος όρος της ετήσιας κατανάλωσης γαρίδων υδατοκαλλιέργειας στις Η.Π.Α αγγίζει περίπου τα δύο κιλά ανά άτομο. 

Η ευρεία παραγωγή έχει οδηγήσει σε ένα οικολογικό έγκλημα που εξακολουθεί να συντελείται στη Νοτιοανατολική Ασία και όχι μόνο. Αρκεί μια ματιά στο αποκαλυπτικό δημοσιογραφικό πρότζεκτ του καναδέζικου πανεπιστημίου UBC, για να συνειδητοποιήσει κάποιος το μέγεθος της καταστροφής. Το 2010 στην Ταϊλάνδη, το 60% των τροπικών δασών είχε ξηλωθεί για να κατασκευαστούν υδατοκαλλιέργειες αμφιβόλου ποιότητας. Ακόμη, η έκταση των εγκαταλελειμμένων μονάδων, που είχαν μεταμορφώσει σε αλμυρά έλη τα άλλοτε εύφορα χωράφια, ανερχόταν στα 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Για τους λόγους αυτούς, η WWF, το 2012, μετά από μακροσκελή διάλογο με τους παραγωγούς, συγκρότησε ένα δεσμευτικό πρωτοκόλλο αυστηρών προδιαγραφών που θα πρέπει να τηρούνται στις υδατοκαλλιέργειες.
 
Η περίπτωση της Ελλάδας

Στη χώρα μας το 2013, βάσει των στοιχείων της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας, εισήχθησαν 1.960 τόνοι γαρίδας ελεύθερης αλιείας από χώρες εκτός της Ε.Ε. Η ποσότητα τους είναι ανιχνεύσιμη διότι οφείλουν να συνοδεύονται από επικυρωμένα πιστοποιητικά Αλιείας. Αντιθέτως, οι γαρίδες υδατακαλλιέργειας δε φέρουν ανάλογα πιστοποιητικά άρα δεν μπορούν να καταμετρηθούν. Κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Οι συγκεκριμένες γαρίδες έρχονται στην Ελλάδα ως κατεψυγμένες, με μια μέση τιμή χοντρικής 2 με 2,5 ευρώ/κιλό. Εν συνεχεία, αποψύχονται σε εγκεκριμένους χώρους, καθώς απαγορεύεται η απόψυξη τους από τον έμπορο κατά το στάδιο της λιανικής (αρ.47 στο ίδιο ΦΕΚ), και είτε συσκευάζονται για να διοχετευτούν στα σούπερ μάρκετ είτε αγοράζονται από εμπόρους των λαϊκών αγορών στις ιχθυόσκαλες.

Πολύ συχνά, οι έμποροι τις βαφτίζουν ελεύθερης αλιείας και τις πουλάνε ως νωπές με μέσο όρο 12 ευρώ/κιλό. Αποτέλεσμα; Ο καταναλωτής ψωνίζει εν αγνοία του κατεψυγμένες γαρίδες υδατοκαλλιέργειας με κίνδυνο να τις καταψύξει ξανά, κάτι που θα επιφέρει αλλοίωση στο προϊόν και πιθανή δηλητηρίαση. Σαν να μην αρκούσε αυτό, σε αρκετές περιπτώσεις θεωρεί ότι στηρίζει τον Έλληνα ψαρά, καθώς μη ενδημικά είδη γαρίδας συχνά εμφανίζονται ως ελληνικά!

Στη Νέα Μηχανιώνα
Κυριακή, 23 Μαρτίου, ώρα δύο το βράδυ στη Νέα Μηχανιώνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη ιχθυόσκαλα της χώρας μετά το Κερατσίνι. Οι πύλες ανοίγουν και τα φορτηγά των εμπόρων εισβάλλουν κυριολεκτικά στην ιχθυόσκαλα για να προλάβουν να αγοράσουν καλές «ψαριές».  Οι προειδοποιητικές σειρήνες από τα τρέιλερ, που πηγαινοέρχονται γεμάτα καφάσια, με κάνουν να βρίσκομαι διαρκώς σε εγρήγορση. 

Γενικώς, επικρατεί μεγαλύτερη κινητικότητα από ό,τι τις προηγούμενες μέρες. Τα φελιζόλ με τα ψάρια και τα μαλάκια, εισαγόμενα και ντόπια -όση ώρα ήμουν εκεί κατέφθαναν τράτες με φρέσκα- είναι παρατεταγμένα στο δάπεδο. Από πάνω τους οι συναλλασσόμενοι παζαρεύουν τις τιμές, κι ανάμεσα τους δυο λιμενικοί, κρατώντας παχύμετρα, ελέγχουν τα μεγέθη των ψαριών για να διαπιστώσουν αν είναι κατάλληλα. Όσα είναι μικρότερα από το προβλεπόμενο μέγεθος θα κατασχεθούν και θα διανεμηθούν σε ιδρύματα.

Κοιτάζω τα ταμπελάκια που υποχρεωτικά πρέπει να συνοδεύουν τα εμπορεύματα. Σολωμοί από τη Νορβηγία, καλαμάρια από τον Ινδικό Ωκεανό, πανγκάσια από το Βιετνάμ, σαρδέλες και «κολυμπητοί» μπακαλιάροι (τους ονομάζουν έτσι γιατί έρχονται συσκευασμένοι μέσα σε παγωμένο νερό) από την Τουρκία, θράψαλα από τη Νέα Ζηλανδία, και γαρίδες υδατοκαλλιέργειας «Litopenaeusvannamei» από το Εκουαδόρ. 

Ακριβώς πίσω μου, εργάτες ρίχνουν με φτυάρια θρυματισμένο πάγο σε κασέλες με ολόφρεσκια γάμπαρη (σημείωση: η επιστημονική της ονομασία είναι Parapenaeus longirostris. Στη δυτική Ελλάδα, π.χ στην Πρέβεζα, ως γάμπαρη αποκαλείται η μεγάλη γαρίδα με τις ραβδώσεις, η Melicertus kerathurus), η οποία θα καταψυχθεί και θα εξαχθεί στην Ισπανία. Παρατηρώ ότι το ταμπελάκι, συνολικού βάρους έξι κιλών, αναφέρει αναλυτικά όλα τα απαραίτητα στοιχεία: ημερομηνία απόψυξης, τον κωδικό συσκευαστηρίου, τη θερμοκρασία συντήρησης, την προσθήκη θειώδων συντηρητικών, και φυσικά τη χώρα προέλευσης.

Απουσία ελέγχων
Παρόλα αυτά, η ιχνηλασιμότητα στις υδατοκαλλιέργειες, σε ποια χώρα δηλαδή έχουν παραχθεί οι γαρίδες, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστεί. Άλλωστε, μόνο τυχαίο δεν είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων πωλούνται στις λαϊκές αγορές της Μακεδονίας αναφέρουν ότι προέρχονται από την Ισπανία. «Η χώρα μας διαθέτει ελάχιστες υδατοκαλλιέργειες γαρίδας, κατά βάση έχει ιχθυοτροφεία με τσιπούρες και λαβράκια. 

Αυτό που γίνεται είναι ότι ισπανικές εταιρείες, κάποιες από τις οποίες έχουν δικές τους μονάδες στη Λατινική Αμερική, εισάγουν γαρίδες υδατοκαλλιέργειας από την Αργεντινή, τον Ισημερινό και την Κίνα, και με μια μικρή τροποποίηση στο προϊόν τις βαφτίζουν ισπανικές. Έπειτα, τις εξάγουν κυρίως στην Ιταλία και στην Ελλάδα», εξηγεί ο Μικέλ Ορτέγκα, πρόεδρος του ισπανικού ιδιωτικού κέντρου ερευνών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, «Fundacio ent». Κι ως γνωστόν, οι κοινοτικές συναλλαγές δεν περνάνε από τελωνιακό έλεγχο...

Πέρα από το ζήτημα της ιχνηλασιμότητας, ακόμη πιο σοβαρό είναι ότι στην ιχθυόσκαλα της Νέας Μηχανιώνας δεν πραγματοποιούνται έλεγχοι από την κτηνιατρική υπηρεσία. Με άλλα λόγια, με εξαίρεση τους ελέγχους του λιμενικού για το μέγεθος των ψαριών, τα αλιεύματα δεν ελέγχονται ως προς την καταλληλότητα τους. «Η απουσία των κτηνιάτρων στην ιχθυόσκαλα Θεσσαλονίκης είναι δεδομένη. Σπάνια και όσες φορές έχουν έρθει, ελέγχουν περισσότερο τη διαχείριση της ιχθυόσκαλας και λιγότερο τη διακίνηση των αλιευμάτων. Η δικαιολογία είναι η γνωστή, ότι η Περιφέρεια δεν τους καλύπτει τα νυχτερινά. Μπορεί και να έχουν δίκιο. Όμως, εμείς σαν εταιρεία πληρώνουμε περίπου 30.000 ευρώ ετησίως κτηνιατρικά τέλη και η καταβολή τους είναι ανεξάρτητη από την παρουσία τους», μου λέει ο διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών& Αλιείας (ΟΚΑΑ Α.Ε), Παναγιώτης Σταμπουλίδης.

Την απουσία ελέγχου στη Νέα Μηχανιώνα επιβεβαιώνει και ο ιχθυολόγος, Νίκος Κουγιουμτζής, ο οποίος προσλήφθηκε πριν ενάμιση χρόνο από την ΟΚΑΑ Α.Ε για να επιτηρεί την εύρυθμη λειτουργία της ιχθυόσκαλας. «Ελέγχω την καθαριότητα των εγκαταστάσεων, φροντίζω για τις απεντομώσεις, επιτηρώ την αποθήκευση των αλιευμάτων, αλλά επουδενί δεν έχω δικαιοδοσία επί των εμπορευμάτων», λέει ο ίδιος, ενώ ο Σωτήρης Γεωργιάδης, γενικός γραμματέας σωματείου ιχθυεμπόρων Θεσσαλονίκης, ο οποίος συνεργάζεται κατά 95% με ελληνικές τράτες, συμπληρώνει πως «έχει αναρωτηθεί κανείς πως γίνεται η εγχώρια παραγωγή να μειώνεται συνεχώς και τα ψάρια να γίνονται πιο φθηνά αντί να ακριβαίνουν; 

Αν δεν υπήρχαν εισαγωγές, θα μεταφέραμε τις ψαροκασέλες σε χρηματοκιβώτια. Η γαρίδα υδατοκαλλιέργειας βρήκε αγοραστικό κοινό γιατί είναι φθηνή συγκριτικά με την ελληνική, που μπορεί να ξεπεράσει και τα 40 ευρώ το κιλό. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τις περισσότερες φορές ο καταναλωτής δεν γνωρίζει τι τρώει».

Συνήθεις παραβάσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΕΤ –από τα οποία ενημερώθηκα στις 21 Μαρτίου 2014- την τελευταία πενταετία έχουν κατασχεθεί συνολικά 57.774 κιλά αλιευμάτων -οι συνηθέστερες παραβάσεις που εντοπίζονται στις λαϊκές αγορές είναι: Η πώληση αποψυγμένων γαρίδων για νωπές, η απόψυξη κατεψυγμένων γαρίδων στο στάδιο της λιανικής πώλησης, η παραπλάνηση ως προς την προέλευση, το είδος της γαρίδας ή και την ποιοτικής της κατηγορία, η υπέρβαση της περιεκτικότητας προσθέτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία και η προσθήκη προσθέτων που δεν επιτρέπονται από τη νομοθεσία.

Οι άνωθεν παραβάσεις δεν αφορούν μόνο τις γαρίδες υδατοκαλλιέργειας, αλλά και τις ντόπιες της ελεύθερης αλιείας. Οι έμποροι βέβαια χρησιμοποιούν ως “κράχτη”την τιμή των 12 ευρώ για να προσελκύσουν το καταναλωτικό κοινό, το οποίο πιστεύει ότι αγοράζει γαρίδες λίγων ημερών, αλιευμένες από την ισπανική θάλασσα, αγνοώντας κιόλας την ύπαρξη των πρόσθετων χημικών. «Τα κύρια συντηρητικά που προστίθενται στις γαρίδες πριν από την κατανάλωση τους είναι θειώδεις ενώσεις, όπως το όξινο θειώδες νάτριο (NaHSO3), με ένδειξη Ε 222. 

Οι συγκεκριμένες ουσίες αποτρέπουν την οξείδωση του προϊόντος και επιπλέον εμποδίζουν τη δράση ενός ενζύμου, το οποίο μπορεί να προκαλέσει μελάνωση, δηλαδή μαύρες κηλίδες στους ιστούς κάτω από τον εξω-σκελετό, καθιστώντας το προϊόν απωθητικό στον καταναλωτή, καθώς παρουσιάζει χαρακτηριστικά αλλοίωσης», μου εξηγεί ο Κωσταντίνος Κουκάρας, δόκτωρ Βιολογίας και επιστημονικός διευθυντής της Νέαρχος Ο.Ε, μιας Θεσσαλονικιώτικης συμβουλευτικής εταιρείας για υδατοκαλλιέργειες.

Πάντως, ακόμη και στην περίπτωση που δεν αγοράζετε γαρίδες από λαϊκές αγορές ή χύμα από τα σούπερ μάρκετ, είναι πολύ πιθανό να έχετε καταναλώσει δίχως να το γνωρίζετε, ειδικά το καλοκαίρι που η ζήτηση γιγαντώνεται. Οι γαρίδες στα εστιατόρια, στις ψαροταβέρνες, στα σουσάδικα και στα ξενοδοχεία, που δεν προορίζονται για σχάρα, είναι στην πλειοψηφία τους υδατοκαλλιέργειας. Έχετε δει ποτέ σε κατάλογο, δίπλα από το σαγανάκι γαρίδα, να αναφέρεται ότι η γαρίδα είναι υδατοκαλλιέργειας; 

Στην καλύτερη περίπτωση γράφουν με αστερίσκο ένα «κατεψυγμένο προϊόν»και τελειώνει η υπόθεση. Εννοείται ότι κανένας από τους εστιάτορες στο νομό Θεσσαλονίκης που επικοινώνησα δε θέλησε να τοποθετηθεί επίσημα, όμως τα λόγια του υπεύθυνου προμηθειών μιας μεγάλης ξενοδοχειακής αλυσίδας είναι διαφωτιστικά. «Προτιμάμε τις γαρίδες υδατοκαλλιέργειας γιατί μας κοστίζουν τουλάχιστον 50% λιγότερο. Φυσικά, προσέχουμε από που τις προμηθευόμαστε».

Οι γαρίδες υδατοκαλλιέργειας τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν φτάσει (και) στο ελληνικό τραπέζι. Το πρόβλημα αφενός είναι ότι δεν ελέγχονται συστηματικά, αφετέρου ότι δεν τιμωρούνται οι έμποροι που ακολουθούν προκλητικές μεθόδους εξαπάτησης. Θα πρέπει βέβαια και εμείς να εξετάσουμε τη δική μας καταναλωτική κουλτούρα. Για να πουλιούνται στους πάγκους των λαϊκών γαρίδες υδατοκαλλιέργειας αμφίβολης προέλευσης ως ελληνικές, σημαίνει ότι κάποιοι τις αγοράζουν.
πηγή
http://eleftheriskepsii.blogspot.gr/
Μπορείς να αλλάξεις τα πάντα , άν αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτεσαι! Αντι-Αισθητικά Νέα

Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...